Του Andrew Collins*

Οκτώβρης, καθώς οι ώμοι μου ανάλαφροι αφήνονται στον ίλιγγο, στον αέρα.
Περπατώ στα χαμένα, φανερά, δίχως άλλο, να ξορκίζω, να πετώ τις ανεπάρκειες μου με κραυγές
Μα το σινάφι μου ανταμώνει τη διάνοια μου, να τραγουδήσουμε τις σιωπές μας, τους αχούς μας, ποιητές ραμμένοι κατά μήκος της φθοράς μας.
Φαντάγματα που λαίμαργα μιλούν, με βουλιμία τρώνε με προσοχή κάθε λέξη κρεμάμενη από τα χείλη μου.
Να τη ρουφήξουν, να την κάνουν γη, να την κάνουν χώμα και στάχτη, να τη στρέψουν εμπρός μου,
Να τη στριμώξουν, να τη ράψουν, να την κόψουν εντός μου.
Πλήττοντας αφόρητα, συνεχώς, ο αναπάντεχος εγώ πλήττομαι θανάσιμα από τη νοσηρή του φανταστικού σάρκα μου.
Θαρρώ πως θα σωθώ εάν πληρώσω.
Στην προοπτική του Μπράκ, αποκαθιστώ κάθε φορά, με συνέπεια μοναχά το σημείο φυγής μου.

*Ο Andrew Collins κατά κόσμον Θεοδόσης Καλογιάννης έχει καταγωγή απ το Ναύπλιο. Γράφει ποιήματα και πεζά απ την ηλικία των 12 ετών. Τα τελευταία 15 χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ακολουθήστε την ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ στο GOOGLE NEWS

Στη σελίδα του Facebook – Στην ομάδα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here