Ο Belafonte του Ναυπλίου

0
Γράφει η Μελίσσα Παπαθανασίου

Οι γάτες ευρίσκονται στο πολιτιστικό προσκήνιο. Μάλλον δεν τίθεται θέμα περί μόδας, αλλά όλο και περισσότερο ακούμε και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, βιβλία για τις αναρχοαυτόνομες φίλες μας, διάσημους και καλλιτέχνες κάθε λογής να εμπνέονται από αυτές, φιλοζωικές να πληθαίνουν, ανθρώπους να ευαισθητοποιούνται και να τις υιοθετούν.
Καθότι σ´αυτήν την μικρή και πολυπαθούσα χώρα με τον ζεστό αέναο ήλιο κατά τ΄ άλλα τον φτωχό συγγενή της όμορφης Ευρώπης– όπως την αποκαλούσε η αείμνηστη γιαγιά μου, οι «μόδες» είθισται να έρχονται τελευταίες και «καταϊδρωμένες»!

Σε προσωπικό επίπεδο, δεν πρόκειται περί μόδας αλλά τρόπου ζωής, άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο που και ο Freud είπε πως ο χρόνος που περνάμε με την γάτα δεν είναι ποτέ χαμένος.
Στην πρόσφατη μου επίσκεψη στο Ναύπλιο, το οποίο λατρεύω, έτυχε να βρεθώ στο μπαρ «Ο Μαύρος γάτος» και όπως ήταν φυσικό μου κίνησε το ενδιαφέρον.
Στο μυαλό μου ήρθε το πρώτο μοντέρνο καμπαρέ στη μποέμικη συνοικία της Μονμάρτης στη καρδιά του Παρισιού. Κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα τότε που το Παρίσι ήταν η πρωτεύουσα και το σπίτι της τέχνης κάπου μεταξύ ρομαντισμού, ρεαλισμού και συμβολισμού.

Μια βδομάδα μετά την βόλτα μου στην όμορφη ιστορική πόλη, το μάτι μου έπεσε τυχαία στο διάσημο σκίτσο του Theofile Steinlen σε μια βρετανική Vogue όπου μια έκθεση του οραματιστή Toulouse Lautrec λαμβάνει χώρα στην Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας μέχρι τα τέλη του Γενάρη 2019, η γνωστή «avant garde», το οποίο απεικονίζει έναν θρυλικό μαύρο γάτο – το σήμα κατατεθέν – του Παριζιάνικου καμπαρέ.

Γάτες και μπαρ σκέφτηκα! Γνώριμα εδάφη για μια ερασιτέχνιδα της πένας, που ψάχνει να καλύψει τον χαμένο χρόνο της καλλιτεχνικής της δημιουργικής ανησυχίας «δαμάζοντας» τα κύματα των ηρώων μας.

Αποφάσισα λοιπόν να γυρίσω το χρόνο πίσω, κάπου αρκετά πριν από το 1900 και να περιπλανηθώ στα μποέμ σοκάκια του Ναυπλίου, την πόλη των απανταχού ερωτευμένων, την πρώτη Πρωτεύουσα της νέας ελπίδας, με το ρολόι ή το αιώνιο φεγγάρι της, όπως μου αρέσει να την αποκαλώ.
Να καταγράψω τα συναισθήματα, τις μυρωδιές, τις εικόνες και τα χρώματα αυτής της πόλης, μπιζού που κάθε της γωνιά χαρακτηρίζει διαφορετικά όλα τα κάδρα της ζωής μας.
Περιπλανήθηκα στο μυστήριο σκοτεινό παρελθόν μέχρι το παρόν, με μια μοντέρνα άμαχη άμαξα και έφτασα στο δικό μας καμπαρέ.
Μέσα εκεί είχε διανοούμενους κάθε λογής, καλλιτέχνες, ποιητές, ζωγράφους, φιλόσοφους που συνομιλούσαν δυναμικά, αντάλλαζαν απόψεις και ιδέες, διαφωνούσαν, ρητόρευαν, γελούσαν είτε σοβαρά είτε αστεία, νευριάζανε κοιταζόντουσαν στα μάτια, επικοινωνούσαν με κάθε μορφασμό του προσώπου τους.
Στους ασημένιους δίσκους που πηγαινοέρχονταν αντανακλούσαν ζωηρές οι ρυτίδες των προσώπων τους, καθώς χαμογελούσαν.
Χάζευαν τις χορεύτριες με τα κόκκινα φορέματα και τη περίτεχνη δαντέλα στους ρυθμούς του καν – καν, έπιναν μπράντι, bourbon, gin και ρούμι και έφτιαχναν ιστορία.
Να, σαν να τους ακούω να μιλάνε για… όλους εμάς.

«Οι άνθρωποι που δημιουργούν ιστορία δεν έχουν χρόνο να την γράψουν», λέει ο Πρίγκιπας Φον Μέτερνιχ, ο διπλωμάτης και χρειάζεται μια τεράστια ποσότητα ιστορίας για να δημιουργηθεί έστω και μία μικρή ποσότητα παράδοσης, λέει ο ρεαλιστής (λογοτέχνης) Henry James.

«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη παράγουν όμως όχι όπως τους αρέσει, ούτε μέσα σε ενδεχομένως ιδανικές συνθήκες που οι ίδιοι οραματίζονται, παρά μέσα σε καταστάσεις που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν» διατύπωσε ο επαναστατικός Καρλ Μαρξ
«Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε», προσθέτει αινιγματικά ο χαρισματικός Όσκαρ Γουάιλντ.

Η «διαδρομή» του μυαλού μου με βρήκε μόνη πίσω στο παρόν…
Σκέφτηκα πως θα ήθελα, να ζούσα σε μια άλλη εποχή, όχι όμως σε μια άλλη χώρα. Μπορεί και όχι. Δε ξέρω ακόμα ποιον πόλεμο θα διάλεγα να ζήσω…
Εκείνον της εποχής του παράλογου ρομαντισμού που επικοινωνούσαμε μεταξύ μας, ή αυτόν που ζούμε τώρα – του ψεύτικου μοναχικού μη ορθολογικού ρεαλισμού;

Απολάμβανα γουλιά – γουλιά το Ασύρτικο κρασί μου ακούγοντας Rolling Stones και Bowie ώσπου τον είδα.

Νωχελικά τεντώθηκε και γύρισε πλευρό, με κοίταξε ώστε να τον κοιτάξω, ανταλλάξαμε ματιές – όχι όμως πολλά – πολλά απλώθηκε ξανά με όλη του την χάρη με μισάνοιχτα τα λάγνα γατίσια μάτια του, απολαμβάνοντας τη ζέστη και τη θαλπωρή του ατμοσφαιρικού μπαρ.
Πήγα προς το μέρος του και κάθισα μαζί του. Δεν ήμουν μόνη πια…