Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου, 2022
ΆρθραΕίναι το φυσικό αέριο η λύση για την Πελοπόννησο για τη θέρμανση...

Είναι το φυσικό αέριο η λύση για την Πελοπόννησο για τη θέρμανση κατοικιών;

Γράφει ο Βλάσης Οικονόμου*

Το φυσικό αέριο για τη θέρμανση κτιρίων φαίνεται να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από τους νέους Ευρωπαϊκούς κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους. Στην Ελλάδα ακόμα θεωρούμε ότι θα προσφέρει λύση, όταν τελικά η διάρκεια ζωής του θα μικραίνει και οι καταναλωτές θα αναγκαστούν να πληρώσουν τελικά πολύ ακριβότερα τη μετάβαση μετά το 2030. Οι περιφέρειες και οι Δήμοι που θέλουν να φέρουν φυσικό αέριο στη θέρμανση κτιρίων, ρισκάρουν να αποκοπούν από πολλές Ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις με βάση και τους νέους στόχους του Συμφώνου των Δημάρχων. Η τιμή του CO2 μέσα σε μια εβδομάδα αύξησε παντού το κόστος και οι τάσεις θα είναι μόνο ανοδικές εφεξής για τα ορυκτά καύσιμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι ο μόνος τρόπος για να καταπολεμηθεί η ενεργειακή φτώχεια (που η Ελλάδα μαστίζεται) είναι μόνο με ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων (όχι με ορυκτά καύσιμα).

Μήπως θα έπρεπε οι αποφάσεις του 2000 να αναθεωρηθούν το 2021;

Μήπως αντί να προβούμε σε lock-in καταστάσεις, καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις για έλεγχο της ζήτησης με ενεργειακή εξοικονόμηση και αναβαθμίσεις κτιρίων; Μπορούν οι περιφέρειες και οι Δήμοι να μας δώσουν τα σχέδια βιωσιμότητας του εγχειρήματος (ή έστω οικονομικές μελέτες) πριν “εγκλωβίσουν” τους κατοίκους τους σε τέτοιες παλαιές τεχνολογίες;

Από πλευράς μας με το Πανεπιστήμιο Πειραιά ετοιμάζουμε αναλυτική μελέτη σχετικά με τη βιωσιμότητα του φυσικού αερίου στη θέρμανση στην Πελοπόννησο στα πλαίσια των νέων ευρωπαϊκών στόχων. Θα ήταν χρήσιμο να συζητηθούν τα θέματα αυτά που θα μας δεσμεύσουν για τα επόμενα δέκα χρόνια σε τοπικά και περιφερειακά συμβούλια.

Η πηγή του άρθρου είναι από το energypress.gr:

Ο πρώτος Κλιματικός Νόμος που θεμελιώθηκε στην Ευρώπη απαιτεί την αύξηση του στόχου για τα αέρια του θερμοκηπίου που αυτό σημαίνει υπερπολλαπλάσεις πράσινες επενδύσεις (μόνο για την Ελλάδα απαιτούνται πάνω από 10 GW νέες ΑΠΕ ως το 2030 σε συνδυασμό με το στόχο των επενδύσεων στην ενεργειακή εξοικονόμηση). Η αύξηση αυτή της συμμετοχής των ΑΠΕ και μείωση κατανάλωσης δυσχεραίνει κατά πολύ τη βιωσιμότητα των υπαρχόντων ορυκτών καυσίμων στην τελική κατανάλωση (όπως και του φυσικού αερίου το οποίο είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή CO2 και μεθανίου στην Ευρώπη). 

Επίσης στις 21 Απριλίου 2021 παρουσιάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η ταξινομία των καθαρών τεχνολογιών, οι οποίες θα μπορούν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από Ευρωπαϊκά ταμεία και να θεωρούνται ότι συνεισφέρουν στην ενεργειακή μετάβαση και το Ευρωπαϊκό Green Deal. Το φυσικό αέριο, μετά από αρκετή πίεση, τέθηκε εκτός της λίστας μαζί με την πυρηνική ενέργεια και θα επανεξεταστεί στο τέλος του χρόνου από τα κράτη μέλη και όλα δείχνουν ότι δε συνάδει με τους ενεργειακούς στόχους πια. Επίσης ακόμα και για το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας που μαστίζει την Ελλάδα (ειδικά με τις αυξήσεις τιμολογίων μετά και την COVID19 εποχή) η λύση που προκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και όχι η χρήση ορυκτών καυσίμων.. Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο εξάλλου, την ίδια εβδομάδα η Ελληνική πολιτεία δήλωνε ότι η χώρα δεν μπορεί να γίνει πεδίο εξορύξεων ορυκτών καυσίμων (μετά και την αποχώρηση αρκετών κοινοπραξιών), το οποίο σηματοδοτεί και μια ακόμα εξέλιξη που δεν παρέχει ασφάλεια εφοδιασμού για το φυσικό αέριο. Η ερώτηση λοιπόν είναι ότι δεδομένης της καθαρής ενεργειακής μετάβασης που έχουμε στοχεύσει σαν χώρα και σαν Ευρώπη, εύλογα διερωτάται κανείς ότι πώς το φυσικό αέριο, που ανήκει στα ορυκτά καύσιμα, θα συμβάλει στους στόχους αυτούς και πως θα βοηθήσει την κοινωνία σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο? Παρακάτω θέτουμε κάποια ερωτήματα που μπορεί να μας διευκολύνουν στο παζλ..

Ένα σημαντικό θέμα στην οικονομική βιωσιμότητα των νέων αγωγών στο αστικό δίκτυο, είναι ότι οι συγκεκριμένες επενδύσεις δε λαμβάνουν εφεξής ευρωπαϊκή χρηματοδότηση στην περίοδο 2021-2030, λόγω της μη θεώρησής του σα μεταβατικό καύσιμο. Επιπλέον το Κύμα Ανακαίνισης και οι προβλέψεις της Ευρώπης για τα κτίρια που θα μειώσουν το 2030 τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 60% (σε σχέση με το 2015), μέσω κτιριακών αναβαθμίσεων και αντικατάστασή τους από ηλεκτρικές αντλίες θερμότητας, δεν αφήνουν πολύ χώρο για το φυσικό αέριο μετά από αυτή την περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις αυτές κινδυνεύουν να γίνουν stranded assets – και ευλόγως τίθεται το ερώτημα γιατί να μην επενδύσουμε απευθείας σε ρύθμιση της ζήτησης μέσω ενεργειακής απόδοσης (η Επίτροπος Ενέργειας ευθαρσώς δήλωσε ότι η ενεργειακή αναβάθμιση θα είναι η νέα νόρμα) και καθαρότερες μορφές. ‘Οπως όλα δείχνουν, αυτή τη στιγμή το φυσικό αέριο είναι ό’τι ήταν και ο λιγνίτης πριν από 10 χρόνια.. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι απεντάχθηκαν όλα αυτά τα έργα και από το Ταμείο Ανάκαμψης ενώ είναι εξίσου κλασική πια η φράση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων «το αέριο τελείωσε».. Τέλος, η αναθεώρηση των στόχων για το μεθάνιο στην Ευρώπη θα προκαλέσουν νέα πίεση στα δίκτυα μεταφοράς του φυσικού αερίου και στο καύσιμο αυτό συνολικά με αποτέλεσμα να δυσχεράνουν ακόμα περισσότερο την χρηματοδότησή του. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί διανομείς και πάροχοι φυσικού αερίου επενδύουν πια σε μεγάλο βαθμό σε ΑΠΕ και υδρογόνο προσβλέποντας στο μέλλον. 

Όσον αφορά το κόστος του φυσικού αερίου για τον οικιακό καταναλωτή, η βιωσιμότητα τέτοιων επενδύσεων και το όφελος στον καταναλωτή είναι αρκετά αμφισβήτησιμα πια γιατί η τιμή του φυσικού αερίου αρχίζει και γίνεται αρκετά ευμετάβλητη πια (αρκεί να δει κανείς την αύξηση των τιμών λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών στην Ευρώπη αυτές τις μέρες) και αυτή τη στιγμή δεν έχει υπολογίσει την μεγάλη αύξηση του κόστους της από την τιμή του CO2 στην Ευρωπαϊκή Ένωση που τείνει να φτάσει στα 60 με κατεύθυνση τα 100-150 Ε/τ CO2 (άρα θα αυξήσει και την τιμή του ορυκτού αερίου). Επιπλέον η αύξηση του κόστους θα είναι πολύ μεγάλη μετά και την εισαγωγή του κτιριακού τομέα στο καθεστώς της Εμπορίας Αδειών Αερίων του Θερμοκηπίου (όπως δηλώθηκε και επισήμως από την Κοινοτική Επίτροπο και θα αποφασιστεί αυτό το καλοκαίρι στην Επιτροπή) όπου κάθε μονάδα θέρμανσης από φυσικό αέριο θα υπόκειται στην αυξημένη τιμή του CO2. Ήδη η ανατίμηση του CO2 στα 50 Ευρώ έφερε μια μεγάλη αυτόματη αύξηση στην τιμή του φυσικού αερίου από τα 16 Ευρώ στα 23 Ευρώ/MWh καθώς υπάρχει και προσδοκία για μεγαλύτερη χρήση των μονάδων φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που και η Ευρωπαϊκή Ένωση Καταναλωτών έστειλε υπόμνημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που ζητάει να απομακρυνθούν τα ορυκτά καύσιμα από τη θέρμανση και ψύξη (ακολουθώντας τον Ευρωπαϊκό στόχο για πλήρη απαναθρακοποίηση της θέρμανσης και ψύξης του κτιριακού τομέα). Η αύξηση της τιμής του καυσίμου στην θέρμανση δε θα οδηγήσει και σε μείωση της ζήτησής του (λόγω της μεγάλης ανελαστικότητας ζήτησης) ενώ η αλλαγή σε μια νέα καθαρότερη τεχνολογία (όταν δεν έχει αποσβεστεί η αξία του φυσικού αερίου) δεν θα είναι εύκολη (καθότι θα απαιτείται και κόστος νέας εγκατάστασης τεχνολογίας). Εν κατακλείδι λοιπόν, δε μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι το φυσικό αέριο θα είναι ένα φθηνό καύσιμο για τον καταναλωτή στην επόμενη περίοδο (δεδομένης και της μείωσης των τιμών των εναλλακτικών καυσίμων όπως πχ των φωτοβολταϊκών στη στέγη σε συνδυασμό με αντλίες θερμότητας).  Είναι επίσης χρήσιμο να γνωρίζουν οι καταναλωτές η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών (πχ Ολλανδία η οποία εγκαταλείπει το φυσικό αέριο) δείχνει ότι μετά το πέρας της κάθε νοικοκυριό πρέπει να πληρώσει από 30-40,000 ευρώ για να αλλάξει καύσιμο..

Το θέμα της εξοικονόμησης κόστους κατά 40% που αναφέρεται πολλές φορές σαν επιχείρημα στη θέρμανση είναι αρκετά συζητήσιμο και ίσως είχε μια λογική πριν από κάποια χρόνια. Δε πρέπει να ξεχνάμε ότι και η απόδοση του φυσικού αερίου σε οικιακό/εμπορικό τομέα (με τους πιο καινούργιους καυστήρες να είναι 98.5% απόδοση είναι πια πολύ χαμηλότερη από αντίστοιχες αντλίες θερμότητας (με πάνω από 300% απόδοση). Το κόστος του καυσίμου εξαρτάται φυσικά οπότε αν όντως συνδυαστεί η αντλία με ΑΠΕ, τότε είναι σίγουρα φθηνότερη (αντίστοιχα και ο χρόνος ζωής ενός καυστήρα είναι 8-12 χρόνια ενώ της αντλίας 15-25 χρόνια). Επιπλέον η τάση στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία (όπως συζητιέται τους επόμενους δύο μήνες στις αναθεωρήσεις των οδηγιών) είναι η επιβολή α) ελάχιστων στάνταρ απόδοσης σε εξοπλισμό θέρμανσης, τα οποίο θα πετάξουν εκτός αγοράς τους νέους καυστήρες φυσικού αερίου έως το 2030 (όπως ήδη έγινε στη Δανία και τη Νορβηγία), και β) Ελάχιστα στάνταρ ενεργειακής απόδοσης σε υφιστάμενα κτίρια, τα οποία θα προωθήσουν τις ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων και αλλαγές συστημάτων θέρμανσης θέτοντας χρονοδιαγράμματα όπου τα κτίρια θα πρέπει να συμμορφώνονται με ενεργειακά και κλιματικά κριτήρια (όπως έγινε στη Σκωτία και την Ολλανδία). 

Οι πρώτες αποτιμήσεις με βάση τον κύκλο ζωής ενός καυστήρα φυσικού αερίου δείχνουν ότι θα μπορούσε να ήταν πολύ οικονομικότερο και αποδοτικότερο να γίνει μετατροπή σε αντλίες εξαρχής (με ή χωρίς συστήματα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)). Βασική ερώτηση λοιπόν, μήπως θα ήταν χρησιμότερο να ζητηθεί ένα πρόγραμμα από τα διαθέσιμα του ΕΣΠΑ και από το νέο ΕΣΠΑ (ή και του Ταμείου Ανάκαμψης) για αντλίες θερμότητας σε όλα τα κτίρια και αύξηση του ρυθμού των ενεργειακών αναβαθμίσεων (>1% ώστε να προλάβουμε και τους στόχους του Κύματος Ανακαίνισης); H Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη δημόσια χρηματοδότηση προκρίνει την μεγιστοποίηση των εναποθέσεων κεφαλαίων για ενεργειακές αναβαθμίσεις, καθώς η μόνη ουσιαστική και διαρθρωτική λύση και για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας (η οποία λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας). 

Όσον αφορά το μέλλον του καυσίμου και την μετατροπή του σε υδρογόνο, η υποστήριξη του υδρογόνου από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρεται στην πλειοψηφία του σε υδρογόνο από ΑΠΕ και αφορά τις μεταφορές και την βιομηχανία όπου υπάρχει μεγάλη εφαρμογή. Στον οικιακό και εμπορικό τομέα, το υδρογόνο είναι πανάκριβο (βλ. https://energypress.gr/news/ydrogono-gia-thermansi-ktirion-stin-ellada-ehei-noima) και με πολύ χαμηλή απόδοση (ενδεικτικά το υδρογόνο σε οικιακό καυστήρα έχει απόδοση 47-59% όταν η αντλία θερμότητας με ηλεκτρισμό από ΑΠΕ έχει αντίστοιχη απόδοση 270%!). Αντίστοιχα και το ετήσιο κόστος θέρμανσης με καυστήρα υδρογόνου είναι 1200-3700 Ευρώ όταν με αντλία θερμότητας από ΑΠΕ μόλις 600 Ευρώ.

Σχετικά με τη συνεισφορά του φυσικού αερίου στη θέρμανση και σε θέσεις εργασίας, οι πρόσφατες μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι οι επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα προσφέρουν πολύ λιγότερες θέσεις εργασίας (γιατί έχουν μικρό κύκλο εργασιών μετά την κατασκευή – παραμένει μόνο η συντήρηση) σε σχέση με το πιο σημαντικό κομμάτι του κτιρίου, τις ενεργειακές ανακαινίσεις κτιρίων και εξοικονόμηση ενέργειας. Για κάθε 1 εκατομμύριο € που επενδύεται σε ενεργειακές ανακαινίσεις κτιρίων και εξοικονόμηση ενέργειας δημιουργούνται 18 μακροχρόνιες και τοπικές θέσεις εργασίας (που θα μείνουν στην Κορινθία), ενώ για ορυκτά καύσιμα μόλις 5 θέσεις εργασίας (βλ. και εδώ https://ecopress.gr/peloponnisos-ape-kai-energeiaki…/…). Χωρίς παρεμβάσεις στα κτίρια και ρύθμιση της ενεργειακής ζήτησης, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να προβούμε σε επεκτάσεις δικτύων (που αντιτίθεται και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό της Ενεργειακής Απόδοσης Πρώτα).

Ένα σημαντικό επίσης ζήτημα είναι στους Δήμους και Περιφέρειες που ξεκινούν τώρα το φυσικό αέριο και στους κινδύνους απένταξης από Ευρωπαϊκές κλιματικές χρηματοδοτήσεις. Οι δήμοι οι οποίοι έχουν διαμορφώσει ή διαμορφώνουν τα Σχέδια Δράσης για την Αειφόρο Ενέργεια και το Κλίμα (ΣΔΑΕΚ) έτοντας στόχους για τη νέα περίοδο, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι με μαζική χρήση ενός ορυκτού καυσίμου θα αυξήσουν και το κλιματικό τους αποτύπωμα, άρα θα επιβαρύνουν την επίτευξη των στόχων τους και θα αναγκαστούν να κάνουν πολύ περισσότερες δράσεις. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι Ευρωπαϊκοί χρηματοδοτικοί φορείς έχουν λάβει απόφαση περί αποφυγής χρηματοδότησης επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα, αυτό σημαίνει ότι οι δήμοι δε θα έχουν ίσες ευκαιρίες χρηματοδότησης από ενεργειακά και κλιματικά προγράμματα (έναντι άλλων που πορεύονται με καθαρότερες τεχνολογίες) και αυτό θα δημιουργήσει θέματα εξεύρεσης πόρων στο άμεσο μέλλον..

Με βάση τα ανωτέρω, ίσως είναι χρήσιμο να γίνει ένας γόνιμος διάλογος στις τοπικές κοινωνίες με φορείς για να συζητηθούν τα θέματα αυτά. Η πραγματική ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αποτελέσει τον πραγματικό μοχλό εκκίνησης της τοπικής οικονομίας, χωρίς να βασίζεται σε εισαγόμενα καύσιμα. Ας μην ξεχνάμε και το γνωστό ρητό της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας ‘η ενεργειακή εξοικονόμηση είναι το πρώτο καύσιμο. Μήπως να γίνει μια σοβαρή συζήτηση για το πόσο αποφάσεις που πάρθηκαν πριν από 10 χρόνια έχουν νόημα σήμερα και να παρουσιαστούν όλα τα στοιχεία περί της βιωσιμότητας τέτοιων επενδύσεων για διαβούλευση (με παρουσίαση των αναγκών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, τις καταναλώσεις τους κλπ) και να βρεθούν οι βέλτιστες λύσεις? Μήπως το τέλος του φυσικού αερίου στην οικιακή κατανάλωση είναι τελικά το 2030 και σκεφτούμε καλύτερα να θωρακίσουμε τα κτίριά μας πρώτα και να μεταβούμε κατευθείαν σε καθαρότερες λύσεις;

Οικονόμου Βλάσης

Institute for European Energy and Climate Policy

Ακολουθήστε την “Ενημέρωση Πελοποννήσου” στο GOOGLE NEWS

– Στη σελίδα του Facebook
– Στην ομάδα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Τελευταίες ειδήσεις

Περισσοτερα