Η κανονικοποίηση του παραλόγου

 Άννα Μεντισοπούλου
Γράφει η Άννα Μεντισοπούλου

Όταν το εξωφρενικό γίνεται καθημερινό, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο όσα συμβαίνουν γύρω μας αλλά το ότι σταματάμε να τα αναγνωρίζουμε ως αφύσικα.

Κάποτε κάποια πράγματα θα μας σόκαραν. Θα μας έβγαζαν από τη θέση μας, θα μας έκαναν να αντιδράσουμε, να πούμε «ως εδώ». Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερες μορφές παραλόγου περνούν δίπλα μας σχεδόν αθόρυβα. Το ψέμα, η ασυνέπεια, η αγένεια, η χυδαιότητα, η επιφανειακή βία του λόγου, η έλλειψη μέτρου, η πλήρης αντιστροφή αξιών όλα μοιάζουν να έχουν βρει μια θέση μέσα στην καθημερινότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι μόνο ότι το παράλογο υπάρχει, αλλά ότι σιγά σιγά συνηθίζεται.

Το πρόβλημα δεν αρχίζει τη στιγμή που εμφανίζεται το παράλογο. Αρχίζει τη στιγμή που παύει να μας ενοχλεί. Όταν το παράδοξο γίνεται κανονικό, όταν η υπερβολή γίνεται ρουτίνα, όταν το ψέμα ακούγεται πιο οικείο από την αλήθεια, τότε κάτι βαθύτερο έχει ήδη μετατοπιστεί μέσα μας. Χάνεται το εσωτερικό μέτρο. Και χωρίς μέτρο, ο άνθρωπος παύει να κρίνει καθαρά.

Σήμερα βλέπουμε καθημερινά ανθρώπους να φέρονται με τρόπους που παλιότερα θα θεωρούνταν προσβλητικοί, ακραίοι ή εντελώς ακατάλληλοι. Δημόσιος λόγος γεμάτος ένταση, χλευασμό, εύκολη επιθετικότητα. Πρόσωπα που αντιφάσκουν δημόσια χωρίς καμία συνέπεια. Συζητήσεις που δεν αποσκοπούν στην κατανόηση, αλλά στην επικράτηση. Πρόχειρες γνώμες που παρουσιάζονται ως βεβαιότητες. Και ένα κοινό που, κουρασμένο ή απορρυθμισμένο, παρακολουθεί όλο αυτό σαν να πρόκειται απλώς για άλλη μία φυσιολογική μέρα.

Το ίδιο συμβαίνει και στις ανθρώπινες σχέσεις. Συμπεριφορές που κάποτε θα μας πλήγωναν βαθιά, σήμερα συχνά βαφτίζονται «έτσι είναι οι άνθρωποι» ή «έτσι είναι η εποχή». Η έλλειψη συνέπειας παρουσιάζεται σχεδόν ως αυτονόητη. Η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας ως χαρακτήρας. Η συναισθηματική ανευθυνότητα ως ελευθερία. Το να εξαφανίζεται κανείς, να αποφεύγει, να μην απαντά, να αφήνει τον άλλον σε αβεβαιότητα, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως μέρος του παιχνιδιού. Και όμως, δεν είναι φυσιολογικό. Απλώς το έχουμε δει τόσο συχνά, που έχουμε αρχίσει να το ανεχόμαστε.

Υπάρχει και μια άλλη όψη του παραλόγου, ακόμη πιο ύπουλη: η ταχύτητα με την οποία όλα συμβαίνουν. Η υπερπληροφόρηση, η μόνιμη έκθεση, η συνεχής ροή ειδήσεων, εικόνων, απόψεων και αντιδράσεων έχει κουράσει τόσο πολύ την ανθρώπινη προσοχή, ώστε συχνά δεν προλαβαίνουμε ούτε να επεξεργαστούμε αυτό που ζούμε. Το σοκαριστικό διαρκεί ελάχιστα. Το ακραίο αντικαθίσταται αμέσως από το επόμενο ακραίο. Και κάπως έτσι, η ψυχική μας άμυνα αρχίζει να λέει: «μην αντιδράς σε όλα, δεν γίνεται». Μόνο που αυτή η άμυνα, όσο αναγκαία κι αν φαίνεται, μας μουδιάζει.

Και όταν ο άνθρωπος μουδιάζει, δεν χάνει μόνο την ένταση της αντίδρασής του. Χάνει και την ευαισθησία του απέναντι στο λάθος. Δεν ξεχωρίζει πια εύκολα το σοβαρό από το ασήμαντο, το ουσιαστικό από το θορυβώδες, το αληθινό από το κατασκευασμένο. Όλα μπαίνουν στο ίδιο επίπεδο. Όλα γίνονται ένα ακόμη στιγμιότυπο, μια ακόμη άποψη, μια ακόμη ψηφιακή φασαρία.

Η κανονικοποίηση του παραλόγου είναι επικίνδυνη ακριβώς επειδή δεν έρχεται πάντα με φανφάρες. Δεν κάνει απαραίτητα θόρυβο. Μπαίνει σιγά σιγά στη ζωή μας, στις λέξεις μας, στις αντιδράσεις μας, στις απαιτήσεις που ανεχόμαστε, στις συμπεριφορές που δικαιολογούμε. Κι έπειτα, μια μέρα, ανακαλύπτουμε πως αυτό που παλιότερα θα απορρίπταμε αμέσως, τώρα το παρατηρούμε σχεδόν αδιάφορα.

Ίσως γι’ αυτό το πρώτο βήμα αντίστασης σήμερα να μην είναι τόσο εξωτερικό όσο νομίζουμε. Ίσως να αρχίζει από μια εσωτερική πράξη αποκατάστασης. Από το να θυμηθούμε ξανά τι θεωρούμε σωστό, τι όχι. Τι μας ταιριάζει, τι μας προσβάλλει, τι μας φτωχαίνει, τι μας μειώνει. Από το να μη βαφτίζουμε φυσιολογικό ό,τι βαθιά μέσα μας ξέρουμε πως είναι στρεβλό.

Δεν σημαίνει αυτό ότι θα αλλάξει ο κόσμος από τη μία μέρα στην άλλη. Ούτε ότι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας. Σημαίνει όμως ότι μπορούμε να προστατεύσουμε κάτι θεμελιώδες: το εσωτερικό μας κριτήριο. Να μη χάσουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε το άδικο, το χυδαίο, το ψεύτικο, το υπερβολικό. Να μη συμφιλιωθούμε με όσα μας φθείρουν μόνο και μόνο επειδή επαναλαμβάνονται.

Δεν είναι φυσιολογικό να συνηθίζουμε το ψέμα.

Δεν είναι φυσιολογικό να ανεχόμαστε την αγένεια, τη χυδαιότητα, την απανθρωπιά, την ασυνέπεια, μόνο και μόνο επειδή έγιναν συχνές.

Δεν είναι φυσιολογικό να παρακολουθούμε την παραμόρφωση της αλήθειας σαν να πρόκειται για ακόμη ένα καθημερινό θέαμα.

Κάπου εδώ βρίσκεται και η ευθύνη του καθενός μας: να μη χάσει το εσωτερικό του μέτρο. Να μη βαφτίσει «κανονικότητα» αυτό που βαθιά μέσα του ξέρει ότι είναι στρεβλό. Να μη συμφιλιωθεί με το παράλογο μόνο και μόνο επειδή επαναλαμβάνεται.

Γιατί όταν πάψουμε να αντιστεκόμαστε στο παράλογο, δεν γινόμαστε πιο ώριμοι.

Γινόμαστε απλώς πιο συνηθισμένοι στην παρακμή.

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΑΣΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ

Τα πιο δημοφιλη